βατάνη

βᾰτάνη [τᾰ], ,
A = πατάνη, Matro Conv.85:—[var] Dim. [full] βᾰτάνιον, τό, Antiph.95, Eub.38, Alex.24,172.18, POxy.739.9 (i A. D.), Bilabel

Ὀψαρτ. p.18

, Zos.Alch.p.222B. (Sicel word for λοπάδια, Hsch.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βατάνη — (Α) βλ. πατάνη …   Dictionary of Greek

  • βατάνη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατανέων — βατάνη fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατανῶν — βατάνη fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατάνα — βατάνᾱ , βατάνη fem nom/voc/acc dual βατάνᾱ , βατάνη fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατάνη — η, ΝΑ νεοελλ. ναυτ. η καραβάνα τών ναυτών κατά τα παλαιότερα χρόνια αρχ. είδος ρηχού πιάτου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. εντάσσεται σε μια σειρά λέξεων που δηλώνουν όργανο, σκεύος, με επίθημα άνη (πρβλ. λεκ άνη, χο άνη, σκαπ άνη) και συνδέεται …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.